αναπλάθω


αναπλάθω
(Α ἀναπλάσσω και -ττω)
πλάθω εκ νέου, δίνω νέα μορφή σε κάτι, μεταμορφώνω, μετασχηματίζω διαμορφώνω προς το καλύτερο, αναμορφώνω, βελτιώνω
(Εκκλ.) μέσ.αναγεννιέμαι με το βάπτισμα
νεοελλ.
1. αναμορφώνω κάποιον ηθικά, τού δίνω νέα ηθική κατεύθυνση
2. (στην ψυχολ.) ξαναφέρνω στη μνήμη μου παλαιές παραστάσεις, αναπαριστάνω με τη φαντασία μου, αναπολώ
αρχ.
1. σχηματίζω εκ νέου, αποκαθιστώ
2. ανοικοδομώ, ξαναχτίζω
3. πλάθω, διαμορφώνω, σχηματίζω
4. εφευρίσκω, επινοώ
5. φαντάζομαι
6. συνθέτω, συγκροτώ, σχηματίζω
7. καλύπτω, επικαλύπτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ἀναπλάσσω < ἀνά + πλάσσω, -ττω. Ο τ. αναπλάθω από το ἀναπλάσσω με μεταπλασμό (πρβλ. πλάθω).
ΠΑΡ. ανάπλασις, ανάπλασμα
αρχ.
ἀνάπλαστος
αρχ.-μσν.
ἀναπλασμός
(νεο-ελλ.) αναπλάστης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναπλάθω — αναπλάθω, ανέπλασα (σπάν. ανάπλασα) βλ. πίν. 37 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναπλάθω — ανάπλασα, πλάστηκα, πλασμένος 1. αναδημιουργώ, αναμορφώνω: Ο Σωκράτης ζητούσε να αναπλάσει ηθικά τους Αθηναίους. 2. ξαναφέρνω στη συνείδησή μου παλιότερες παραστάσεις: Η συνείδηση αναπλάθει τις παλιές παραστάσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπλάσσω — (Α ἀναπλάσσω) βλ. αναπλάθω …   Dictionary of Greek

  • ιστορώ — (ΑΜ ἱστορῶ, έω) [ίστωρ] 1. εξιστορώ, αφηγούμαι, διηγούμαι 2. αναθυμούμαι, αναπολώ, αναπλάθω 3. ζωγραφίζω αρχ. 1. ερευνώ και μαθαίνω κάτι, πληροφορούμαι, ρωτώ για κάτι 2. εξετάζω με προσοχή, παρατηρώ 3. είμαι καλά πληροφορημένος, γνωρίζω 5. παθ.… …   Dictionary of Greek

  • μεταρρυθμίζω — (ΑΜ μεταρρυθμίζω) μεταβάλλω τον ρυθμό, τη μορφή, το σχήμα ή την τάξη, μετασχηματίζω, τροποποιώ, αναπλάθω, αναδιοργανώνω, αναμορφώνω (α. «οἱ παραλαβόντες διδαχῇ παρὰ Φοινίκων τὰ γράμματα, μεταρρυθμίσαντες σφέων ὀλίγα», Ηρόδ. β. «μεταρρυθμίζω την… …   Dictionary of Greek

  • ξανακαινουργιώνω — και ξανακαινουριώνω και ξανακαινουργώνω (Μ ξανακαινουργιώνω και ξανακαινουργώνω) 1. κάνω κάτι εκ νέου καινούργιο, ανακαινίζω 2. επαναφέρω κάτι στην προηγούμενη κατάσταση του, αποκαθιστώ 3. (για γνώσεις, σοφία) αξιοποιώ και βελτιώνω 4.… …   Dictionary of Greek

  • ξαναπλάθω — και ξαναπλάσσω (Μ ξαναπλάσσω) 1. φτειάχνω κάτι από την αρχή, ξανακάνω 2. δημιουργώ ξανά, αναπλάθω νεοελλ. μέσ. ξαναπλάθομαι και ξαναπλάσσομαι α) πλάθομαι εκ νέου β) μεταβάλλομαι ριζικά («ήλλαξες απ ό,τι ήσουνε κι όλος εξαναπλάστης», Ερωτόκρ.) …   Dictionary of Greek

  • ρεφορμισμός — Μέθοδος πολιτικής δράσης, που επιδιώκει να αλλάξει την υπάρχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση με την εφαρμογή οργανικών και βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων. Αντιτίθεται από το ένα μέρος στις επαναστατικές μεθόδους και από το άλλο στις αντιλήψεις του …   Dictionary of Greek